Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2017

Ένα νόημα στη ζωή: "Ο Θεός είναι μόνον αγάπη"

Fr. Roger, de Taizé Ο Θεός είναι μόνον αγάπη (Dieu ne peut qu’ aimer, Ed. Atelier et Presses  de Taizé, France 2001), μτφ Πέτρος Ανδριώτης (2010), επιμέλεια Δήμητρα Κούκουρα, εκδ. Μπαρμπουνάκη, σελ. 105, Θεσσαλονίκη 2015.
           
Olivier Clément, Ταιζέ, Ένα νόημα στη ζωή (Taizé, Un sens à la vie, Ed. Atelier et Presses  de Taizé, France 1997), μτφ Καίτη Χιωτέλλη, Εκδ. Μαΐστρος, σελ. 96, Αθήνα 2015.

          Ζώντας σε εποχές ομολογιακής αγριάδας, η ανάγνωση βιβλίων με θέμα την εν Χριστώ αγάπη, τη συνύπαρξη, το διαχριστιανικό διάλογο και την οικουμενικότητα του Χριστιανισμού, σε κάνουν κατ' αρχήν να αισθάνεσαι παράξενα. Μετά το πέρασμα λίγων σελίδων, η αίσθηση ότι “μάλλον εδώ βρισκόμαστε” αρχίζει και σε διακατέχει. Το να εκφραστείς δημόσια όμως παραμένει ένα στοίχημα. Και ασφαλώς δεν είναι η ομπρέλα της Σύναξης ή του προσωπικού σου ιστολογίου που πρέπει να σου δώσει θάρρος, όσο εκείνη η αγανάκτηση που νιώθεις συχνά όταν διαπιστώνεις ότι εντός της Εκκλησίας υπάρχουν σοβαροί άνθρωποι, καλλιεργημένοι και ευαίσθητοι κληρικοί, θεολόγοι και απλοί πιστοί οι οποίοι όμως προτιμούν να ασχολούνται με την τέχνη, τη λογοτεχνία ή ακόμη και την ακαδημαϊκή θεολογία αλλά με τρόπο επιμελημένα δυσνόητο, παρά να έρθουν σε οποιαδήποτε επαφή με τους θεμελιοκράτες, τους παραδοσιοκράτες και τους έξαλλα φωνασκούντες, ομολογιακά ορθόδοξους επισκόπους ιερείς και λαϊκούς που κυριολεκτικά ουρλιάζουν για μια πούρα ορθοδοξία που είτε είναι λάθος, είτε δεν υπήρξε ποτέ. Περιττό να σχολιαστεί μετά απ' αυτά η ποιότητα της κατήχησης και της διαποίμανσης του λαού.
          Κι όμως στα πρώτα αποστολικά χρόνια, αντίστοιχη και πιο έντονη αγριάδα κυριαρχούσε από τους Ιουδαιοχριστιανούς που απαιτούσαν από όλους τους εξ εθνικών χριστιανούς την τήρηση του ιουδαϊκού νόμου και την περιτομή. Το παράδειγμα του αποστόλου Παύλου στην εποχή αυτή φαντάζει ως η απάντηση στις φοβίες και τις αναστολές τις οποίες περιγράψαμε παραπάνω. Φώναξε, τσακώθηκε (ακόμη και με τον Πέτρο) κήρυξε, επισκέφθηκε εκκλησίες και ουδόλως κάθισε στη βολή του.
          Τούτες οι γραμμές γράφονται κατά τις ημέρες που ξεκίνησε τις εργασίες της η Μεγάλη και Αγία Σύνοδος των Ορθοδόξων Εκκλησιών στην Κρήτη, ύστερα από τη μελέτη δυο μικρών πλην εξαιρετικών σε λόγο και μαρτυρία βιβλίων, αυτών του αδερφού Ροζέ Ο Θεός είναι μόνον αγάπη (εκδ. Μπαρμπουνάκη) και του Ολιβιέ Κλεμάν Ταιζέ, ένα νόημα στη ζωή (εκδ. Μαΐστρος).
          Κατ' αρχήν μιλούμε για την αδελφότητα του “Ταιζέ”, μια μοναστική κοινότητα ρωμαιοκαθολικών μοναχών που ιδρύθηκε από τον ελβετικής καταγωγής αδερφό Ροζέ μεσούντος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, από μόνη την πεποίθηση ότι πρέπει να βοηθηθεί ο κόσμος που δοκιμαζόταν είτε διωκόμενος άμεσα από τους ναζί, είτε για λόγους αδερφικής συμπαράστασης στην πείνα και τον ανθρώπινο πόνο. Ο οικισμός του Ταιζέ, ένα μικρό χωριό που βρίσκεται σχεδόν πάνω στο πάλαι ποτέ σύνορο της γερμανοκρατούμενης Γαλλίας με την “ελεύθερη” νότια Γαλλία της κυβέρνησης του Βισύ, προσέφερε το κατάλληλο μέρος για να δραστηριοποιηθεί ο “ανήσυχος” αδερφός Ροζέ που είχε ως τάμα την διακονία κάθε αναγκεμένου, ακόμη και αλλοεθνή ή αλλόδοξου αδερφού.
Μετά το τέλος του πολέμου, ο αδερφός Ροζέ αφενός οργάνωσε τη μοναστική αδελφότητά του, αφετέρου δραστηριοποιήθηκε στην ίδρυση παράλληλου συλλόγου για τη φροντίδα είτε στο ορφανό από τον πόλεμο παιδί, είτε ακόμη και στον αδύναμο αιχμάλωτο Γερμανό. Από το 1949 οι αδελφοί της μοναστικής κοινότητας άρχισαν να αυξάνονται, ενώ ο ηγούμενος αδερφός Ροζέ συνέγραψε τον περίφημο πνευματικό κανόνα της κοινότητας εκφράζοντας για τους αδελφούς του το “ουσιώδες που επιτρέπει την κοινοτική ζωή”.
Η μοναστική κοινότητα του Ταιζέ σήμερα αποτελείται από μια εκατοστή περίπου αδελφών, ρωμαιοκαθολικών αλλά και προτεσταντών διαφόρων παραδόσεων, προερχομένων από δεκάδες κράτη. Στα μάτια ενός απροκατάληπτου χριστιανού, η κοινότητα αυτή φαντάζει ως μια χειροπιαστή προσπάθεια έμπρακτης συμφιλίωσης μεταξύ διηρημένων χριστιανών και λαών. Τούτη την κοινότητα ως πραγματικό νόημα ζωής περιγράφει ο μακαριστός ορθόδοξος θεολόγος της δύσης Ολιβιέ Κλεμάν στο μικρό πλην μεγαλειώδες πόνημά του: «Η ίδρυση του Ταιζέ συγγενεύει με τον οικουμενισμό στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, έναν οικουμενισμό βιωμένο ως αμοιβαία διακονία, ως ελπίδα αξεχώριστη από την προσευχή και την αγάπη. Η κοινότητα μεγάλωσε, χωρίς προμελέτη, σαν ένας ζωντανός οργανισμός, μαγιά που ζυμώνει λίγο λίγο το φύραμα της ιστορίας. (…) Στο Ταιζέ, άνθρωποι νέοι, γεμάτοι ζωή, ελευθερώνονται από τις ειδωλολατρείες του κόσμου τούτου, ώστε να είναι διαθέσιμοι για τον Θεό και για όλα αυτά τα νιάτα στα οποία προσφέρουν μια φιλία ανιδιοτελή. Βρίσκονται εδώ «χωρισμένοι απ’ όλους και ενωμένοι με όλους» (Κλεμάν σελ. 14-15). Στο Ταιζέ, οι μοναχοί αν και ανήκουν σε διάφορες ομολογίες εντούτοις ζουν με τη βεβαιότητα της μίας και αδιαίρετης Εκκλησίας, ζουν και εργάζονται μαζί διότι έχουν την πεποίθηση ότι ο Χριστός καταρρίπτει κάθε διαχωριστικό τείχος. Λέει χαρακτηριστικά ο Κλεμάν «οι σημερινοί νέοι έχουν κουραστεί ν’ ακούν λόγους, διψούν για γνησιότητα. Είναι μάταιο να τους μιλά κανείς για κοινωνία αν δεν μπορεί να τους δείξει ένα χώρο όπου αυτή η κοινωνία αναπτύσσεται. Έναν χώρο όπου σε δέχονται όπως είσαι, χωρίς να σε κρίνουν, όπου δεν σου ζητούν δογματικό διαβατήριο, χωρίς να κρύβουν ωστόσο πως συγκεντρώνονται γύρω από τον Χριστό και πως ένας δρόμος αρχίζει εκεί για όποιον το θέλει. Στο Ταιζέ ανακαλύπτει κανείς ένα χριστιανισμό μεταϊδεολογικό» (Κλεμάν σελ. 16).
Ο ιστορικός ηγούμενος της αδελφότητας, ο αδερφός Ροζέ, στο μικρό βιβλίο του που εξέδωσαν οι εκδόσεις Μπαρμπουνάκη, δίνει με μικρά κεφάλαια / κείμενα (2-3 σελίδες έκαστο) τη μαρτυρία τούτου του αγώνα. Και μόνη η κεφαλαιοποίηση του μικρού του βιβλίου είναι δηλωτική της μαρτυρίας του: «Υπάρχουν άραγε πραγματικότητες που κάνουν ωραία τη ζωή;», «Το μυστήριο της παρουσίας», «Ο Θεός μας αγαπά με μια αιώνια αγάπη»,  «Η πνοή μιας εμπιστοσύνης», «Θεραπεία καρδιάς», «Ο Θεός προσφέρει μόνον την Αγάπη», «Ελπίδα κοινωνίας», «Από την αμφιβολία στην ταπεινή εμπιστοσύνη».
Τα κείμενα του μακαριστού πλέον πατρός Ροζέ διακρίνονται από απλότητα. Η ουσιαστική σημασία τους όμως βρίσκεται στην πρόδηλη διάθεση για διαρκή μαρτυρία, στην αίσθηση της μόνιμης εκκλησιαστικής αποστολής. Η συνεχής έκφραση της προσωπικής εμπειρίας του μακαριστού πατρός, δίνει αυτήν την χειροπιαστή δύναμη στο μικρό τούτο βιβλιαράκι: «Ανατροπές του ευαγγελίου στη ζωή μας: δια του Αγίου Πνεύματος, ο Χριστός έρχεται να διεισδύσει σε αυτό που μας ανησυχεί. Κατορθώνει το ακατόρθωτο, σε σημείο που τα σκοτάδια μπορεί να φωτιστούν με την παρουσία Του. Όταν πυκνώνει η νύχτα, η αγάπη του Χριστού γίνεται φωτιά. Πυρακτώνει τα κάρβουνα που ήταν αναμμένα κάτω από τη στάχτη. Χριστιανοί όπως ο άγιος Ιωάννης του Σταυρού ή η αγία Θηρεσία της Άβιλα ξεκίνησαν αρκετά αργά μια νέα ζωή πίστης. Μιλούν για φωτιά που άναψε με όλα τα αγκάθια του παρελθόντος τους. (…) Δεν γνωρίζω αν μπορώ να δείξω το δρόμο προς τον Θεό. Αλλά, στην προχωρημένη ηλικία που βρίσκομαι, μπορώ να μιλήσω για την προσωπική εμπειρία που σημάδεψε ολόκληρη τη ζωή μου. Όταν ήμουν νέος, για πολλά χρόνια παρέμενα ακίνητος από φυματίωση των πνευμόνων, που παρατάθηκε λόγω μιας σοβαρής υποτροπής. Είχα το χρόνο να διαβάσω, να στοχαστώ, και να ανακαλύψω το κάλεσμα του Θεού: μια αποστολή που θα μπορούσε να διαρκέσει όλη τη ζωή. Όταν ο θάνατος φαινόταν πως πλησίαζε, το προαισθανόμουν: περισσότερο από το σώμα, αυτό που καταρχάς έχει ανάγκη θεραπείας είναι το εσωτερικό του εαυτού μας. Και η θεραπεία της καρδιάς έγκειται πριν απ’ όλα σε μια ταπεινή εμπιστοσύνη στον Θεό. Τα χρόνια της αρρώστιας μού επέτρεψαν να καταλάβω πως η πηγή της ευτυχίας δεν βρίσκεται ούτε στα πολύτιμα δώρα, ούτε στις μεγάλες ανέσεις, αλλά στην ταπεινή δωρεά του εαυτού μας, για να μπορούμε να κατανοούμε τους άλλους με την καλοσύνη της καρδιάς. Σιγά-σιγά, αντιλήφθηκα ότι και από μικρά παιδιά ή νέους ταπεινωμένους είναι δυνατό να αποδεσμευθούν δημιουργικές δυνάμεις. (…) Ο Θεός μας δίνει τη δυνατότητα να αναγεννηθούμε εν Αυτώ, όταν υποδεχόμαστε μέσα μας την εμπιστοσύνη και τη συγχώρησή του. Αν αφήσουμε τον εαυτό μας να περιβληθεί με τη συγχώρηση, όπως περιβαλλόμαστε με ένα ένδυμα, θα προγευθούμε μία λάμψη μέσα στη νύχτα μας» (fr. Roger, σελ. 61-63).
Τούτη τη δημιουργική απλότητα και τη λάμψη της αδελφότητας του Ταιζέ, την αντιλαμβάνεται πολύ καλά ο Ολιβιέ Κλεμάν και την αναδεικνύει σε ένα θριαμβικό ύμνο θεολογίας. Στα 7 κείμενα – σημειώματά του, κεφαλαιοποιεί με τα μάτια ενός Ορθόδοξου όλη τη δύναμη της μαρτυρίας τούτης της ενεργούς αδελφότητας. «Η κλήση ακριβώς της Εκκλησίας είναι αυτή: να κάνει να αναβλύσει αυτό το κύμα φωτός, ειρήνης και αγάπης. Στο Ταιζέ, δεν παύουν να υπενθυμίζουν ότι η Εκκλησία είναι ένα ‘μυστήριο κοινωνίας’. Και αυτό το ‘μυστήριο κοινωνίας’ είναι πριν απ’ όλα το τριαδικό μυστήριο. Ο Θεός είναι ‘κοινωνία’: είναι ένας και είναι επίσης μέσα στον ίδιο τον εαυτό του το μυστήριο του άλλου, έτσι ώστε να  υπάρχει μέσα του η δόνηση της αγάπης» (Κλεμάν σελ. 69). «Οι αδελφοί του Ταιζέ δεν θέλησαν ποτέ να δημιουργήσουν ένα κίνημα επικεντρωμένο στην κοινότητα. Αντίθετα, χωρίς να κρατούν τους νέους για τον εαυτό τους, τους παροτρύνουν να είναι φορείς ειρήνης, συμφιλίωσης και εμπιστοσύνης στις πόλεις τους, στα πανεπιστήμιά τους, στους χώρους εργασίας τους και στις τοπικές εκκλησίες τους. Αυτή η εντελώς ανιδιοτελής φιλοξενία είναι κάτι απόλυτα θεμελιακό για τους νέους. Θα ήθελα να τονίζω πόσο αυτό μετράει για τους ορθόδοξους νέους που πηγαίνουν στο Ταιζέ. Πρέπει πράγματι να ξέρει κανείς ότι η ορθόδοξη Εκκλησία είναι μια Εκκλησία τρομερά πληγωμένη στη διάρκεια της ιστορίας, μια Εκκλησία που υπέφερε, συχνά από τη Δύση και από το δυτικό χριστιανισμό στις μορφές ισχύος του, δηλαδή από τον μη-χριστιανισμό. (…) Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι οι ορθόδοξοι χριστιανοί πηγαίνουν στο Ταιζέ. Αισθάνονται ότι εκεί τους δέχονται, τους σέβονται, τους αγαπούν. Βρίσκουν εκεί μια Δύση που δεν θέλει να τους κατακτήσει, να τους προσηλυτίσει, που δεν θεωρεί τον εαυτό της ανώτερό τους, αλλά που περιμένει κάτι από τη μαρτυρία τους. Η μαρτυρία τους είναι εξαιρετικά σημαντική για όλους, και ταυτόχρονα θα μπορέσουν να ανακαλύψουν ότι και οι άλλοι είναι χριστιανοί, ότι υπάρχει μια βαθιά χριστιανική ζωή στη Δύση, μια μυστική κοινωνία αγίων που προχωρεί μπροστά». (Κλεμάν σελ. 71-72).
Περισσότερες λέξεις από μέρους μας, ενδεχομένως θα άλλαζαν τον χαρακτήρα βιβλιοπαρουσίασης του παρόντος σημειώματος. Είναι απαραίτητη όμως η έκφραση ευχαριστίας προς τους εκδότες, τους μεταφραστές και επιμελητές των δυο αυτών σημαντικών βιβλίων.

Γιάννης Θ. Τοπαλίδης
Εκπαιδευτικός Γαλλικών & Μουσικής σε Γυμνάσια της Κω
Μ. Α. Ορθόδοξης Θεολογίας.

Κείμενο που δημοσιεύτηκε ως βιβλιοκριτικό σημείωμα στη Σύναξη τ. 139, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2016.

Μάνος Χατζιδάκις, “Για την Παράδοση”


Και πρώτα απ’όλα, τι θα πει παράδοση; Είν’ τα παιδιά, είναι οι πρόγονοι, είναι συνήθεια, για υποχρέωση; Είναι κάτι που μας παρέχει ασφάλεια, ταυτότητα και σιγουριά, ή εμπόδια, αναστολές και αποθάρρυνση για μια προς τ’άστρα εκτόξευσή μας; Πώς είμαστε τοποθετημένοι απέναντί της, είναι Κυρία, παρθένα ή γριά; Και πώς μας φανερώνεται εντός μας; Με μια εσωτερική διεργασία, από ανάγκη που πολλές φορές μας οδηγεί στο βάθος των πηγών μας, ή από διάθεση να’ μαστε κάτι διαφορετικό, να ξεχωρίζουμε απ’ τους άλλους; Είναι παράδοση οι συνήθειες των πατέρων μας, οι παλιές φωτογραφίες των συγγενών μας, που σκονισμένες χάνονται στα συρτάρια, ή εκείνο το φως που μας αποκαλύπτει, το αποτύπωμα των δακτύλων μας, το περίγραμμα του σώματός μας, η σκιά μας;
Ιδιαίτερα τούτο τον χρόνο που την γιορτάζουμε κι επίσημα, μας ήρθε ο πειρασμός να θέσουμε το ερώτημα: Τι πάει να πει παράδοση;
Στις μέρες μας πολύ γιορτάζονται τα “παραδοσιακά' και προστατεύονται όχι μόνο απ’ τις αρχές, αλλά κι από τους συλλόγους, κι από τα γυμναστήρια, κι από τα κόμματα και τις πολιτικές παρατάξεις. Θα ‘χετε ακούσει πως όλοι σκίζονται να μη χαθεί το πρόσωπό μας, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μας, και δίχως να ‘χουμε δραχμή αποφασίζουμε τη διατήρηση κάθε σπιτιού και κάθε χώρου, μες στον οποίο κάποιος πρόγονος έζησε, σκέφτηκε ή τέλος πάντων έφτιαξε κάτι. Χώρια που υπάρχουν εκπομπές στην τηλεόραση, όπου καλοδιατηρημένες Κυρίες με οδοντιατρική άρθρωση και συνεχώς δακρύζοντα μάτια, προσπαθούν να μας πείσουν πως κάθε πρόγονος, όλοι οι πρόγονοι, αρκεί να μην είναι κάποιος ζωντανός, υπήρξαν όλοι τους υπέροχοι, γενναίοι και εθνικοί. Και δεν χωράνε αυτά αμφισβήτηση και κριτική. Αποτελούν παράδοση εθνική. Όμως έχουμε και μια διαφορετική παράδοση, πιο προοδευτική. Μες στην οποία ο συμπαθής μας Μουφλουζέλης κάνει περίπατο με τον στρατηγό Μακρυγιάννη, σε ώρες απογευματινές. Ο πατήρ ημών Βαμβακάρης μελοποιεί σε ήχο πλάγιο τη “Γυναίκα της Ζάκυνθος' του Διονύσιου Σολωμού. Και η Μαντώ Μαυρογένους χορεύει βαρύ ζεϊμπέκικο με την Ρόζα Λούξενμπουργκ, την Πασιονάρια ή την Πηνελόπη Δέλτα, ενισχύοντας έτσι το κίνημα για την απελευθέρωση των γυναικών.
Και όλ’ αυτά μας συντηρούν τα τελευταία δέκα χρόνια, σ’ ένα εκτυφλωτικό πανόραμα με μολυσμένο αγέρα, μες στον οποίο κινούμεθα όλοι μας, ανώνυμοι κι επώνυμοι, για να συνθέσουμε τελικά μια καινούρια και συγχρονισμένη εθνική φυσιογνωμία, κατάλληλη για αφίσες και γι’ αναγνωστικά σχολείων κατωτάτης εκπαιδεύσεως. Έτσι, λέμε, θα μπούμε στην αιωνία Ευρώπη. Ενώ άλλοι φωνάζουν πως έτσι θα εξαφανιστούμε μες στην μεγάλη Ευρώπη. Σημασία έχει πως είτε χαθούμε, είτε χωθούμε, θα ‘μαστε μέσα στην Ευρώπη. Κι όσο για την φυσιογνωμία, ας αρκεστούμε στην απλή Μεσογειακή. Η ημιμαθής προσήλωση των νέων μας στα “παραδοσιακά' και η χρήση των στοιχείων τους ανεξέλγκτα, μαζί με τις “φιλότιμες προσπάθειες' των “ειδικών καλλιτεχνών του σήμερα' να συνυπάρξει ο Μάρκος Μπότσαρης με τον Γκεβάρα, περιέχουν, αν όχι κίνδυνο, τουλάχιστο κάτι σαν γελοιοποίηση και μια καχυποψία για την εύκολη παρουσία της παράδοσης στα πόδια μας. Συγχρόνως δε, αποτελεί κι αναστολή για κάθε σοβαρότερη προσπάθειά μας να βγούμε απ’ τ’ αδιέξοδο των καιρών, σαν σύνολο, σαν έθνος και σαν άτομα.
Γιατί, να πούμε την αλήθεια, η αφελής υπενθύμιση της εκ παραδόσεως αρετής μας και της παραδοσιακής γραφικής ιδιοτυπίας μας, αν δεν προκαλεί θυμηδία, τουλάχιστον ενισχύει τον τουρισμό, είναι εμπορεύσιμη, που λένε, και στοχεύει στο να ενισχύσει το εθνικό μας φρόνημα. Άλλο, αν με το εμπόριο του γραφικού εκπορνεύετεαι η εθνική μας ευαισθησία και με την συνεχή πλύση εγκεφάλου περί του εθνικού, διαβρώνεται η ψυχικότητά μας και η πνευματική αντοχή μας.
Αλλά τι γίνεται με την αυθαιρεσία των ασυμβίβαστων και επαναστατημένων νεολαίων, που ανακαλύπτουν απαίδευτες προεκτάσεις ηρώων και γεγονότων του καιρού μας μέσα στην τοπική παράδοση; Πως ν’ αντιδράσει κανείς στις αφελείς δια λόγου ερμηνείες των ποιητικών κειμένων, και στην ακόμη αφελέστερη μουσική τους κάλυψη; Στ’ αλήθεια, είναι παιδεία σήμερα να ερμηνεύει η Ρόζα Εσκενάζυ καθυστερημένα και λυπητερά τους προπολεμικούς και ανώνυμους ρεμπέτες, πλάι σε μεγαλοφάνταστα κι ακόμη αφελέστερα μελωδικά ντυσίματα των λόγων του Μακρυγιάννη ή του Σεφέρη ή του Καβάφη; Κι αυτό είναι παράδοση! Και στ’ όνομά της φυσικά λειτουργεί μια καλοστημένη μηχανή που μας εξουθενώνει. Κι όμως όποιος σκέπτεται και όποιος έχει τουλάχιστον την πρόσφατη συνέχεια του τόπου μέσα του, είναι σε θέση ν’ αντιληφθεί πως το μόνο που δεν μας χρειάζεται πια είναι το γραφικό, η παράσταση, οι αλλοτινές συνήθειες. Γιατί όλ’ αυτά δεν μας ενώνουν με τους προγόνους μας, αν δεν τους έχουμε ήδη μέσα μας, τοποθετημένους ανεξίτηλα. Και γεννιέται πάλι ένα άλλο ερώτημα. Πόσο μας είναι η παρουσία τους χρήσιμη εντός μας; Και ιδιαίτερα σε τούτους τους καιρούς; Γιατί οι νεκροί, ως γνωστόν, μας συγκρατούν από το κακό, αλλά και μας κρατάνε δέσμιους στη Γη, δεν μας αφήνουν να πετάμε αν δεν τους αρνηθούμε. Χωρίς πάλι αυτό να σημαίνει πως έχουμε ανάγκη από μια χωρίς όρια παρουσία τους. Όταν μετά τον πόλεμο ο Πικιώνης με μαθητές του τοποθετούσε με περίσσια προσοχή το ένα πετραδάκι πλάι στο άλλο στου Λουμπαρδιάρη, ο Ελύτης είχε κιόλας ανακαλύψει, με την βοήθεια της Μαρίνας και της Ελένης του, το Αιγαίο, ο Εγγονόπουλος τα σπίτια των Ιωαννίνων κι ο Μόραλης με τον Νικολάου τις πόρτες και τα παραθύρια της Αίγινας και του Πόρου. Ο Σικελιανός έκανε παρέα με τον Σωτήρη τον Σπαθάρη στην Κηφισιά κι ο Καζαντζάκης έγραφε την “Ασκητική' του απομονωμένος στην Αίγινα. Τότες κι εγώ, γνήσιο παιδί εκείνου του καιρού, πρωτοανεκάλυπτα χωρίς μεθύσια και ναρκωτικά, μονάχα με βαρύ γλυκό, τον Μάρκο, τον Τσιτσάνη και τον Δασκαλάκη. Πριν τριανταπέντε χρόνια…
Να μην ξεχνάμε επίσης πως η χώρα ήταν κατεστραμμένη απ’ τον πόλεμο, την κατοχή και τους Γερμανούς και το επίσημο ελληνικό κράτος εκείνου του καιρού χτυπούσε κάθε τόσο ένα τεράστιο γκονγκ από το ραδιόφωνο για να μας θυμίζει, με βροντερή φωνή, πως είμαστε τριών χιλιάδων χρονών γέροι, λες κι ήταν φάρμακο ή συνταγή για ανοικοδόμηση. Έτσι λοιπόν γεννήθηκε η ανάγκη για ό,τι μικρό, αληθινό και ταπεινό: αντίδραση υγιής, των φωτισμένων, στον φανφαρονισμό και στον επίσημο και προγονόπληκτο σκοταδισμό. Το γραφικό υπήρξεν απαραίτητο. Με μόνη διαφορά, πως δεν επρόφθασε να γίνει ουσία και να ξεπεραστεί μέσ’ από διεργασίες πνευματικές. Άρχισε ο τουρισμός, η καλοπέραση και το εμπόριο. Υποχρεωθήκαμε να φορέσουμε τις εθνικές στολές και να χορέψουμε τον Καλαματιανό για Γάλλους, Άγγλους και Γερμανούς. Να φωτογραφηθούμε με σπασμένες κολώνες και να μιλήσουμε αρχαία σε αγγλική μετάφραση. Έτσι σήμερα ζούμε την τόσο συγκεχυμένη σχέση μας με την παράδοση. Όλα τα θεωρούμε απαραίτητα, για να μπορέσουμε στο μέλλον να συμπληρώσουμε πιστοποιητικά καταγωγής. Κι ακούγεται παντού το κάπως φαρισαϊκό μας αίτημα. Η Ταυτότητα. Να μην χάσουμε την εθνική μας ταυτότητα. Αλλά κανείς δεν επιχειρεί να διευκρινίσει ποια στοιχεία ακριβώς συνθέτουν την ταυτότητά μας, για να φροντίσουμε να τα μαζέψουμε και να την προφυλάξουμε επιμελώς μέσα σε πλαστική ή δερμάτινη θήκη. Και τέλος, μας είναι πράγματι απαραίτητη, με τα στοιχεία του παρελθόντος; Αρχίζω επίσης ν’αμφιβάλλω.
Κείνο που νιώθω σίγουρα μέσα μου είναι μια φυσική απέχθεια σ’ ό,τι χρειάζεται παράσταση, σε ό,τι γραφικό. Δεν με ενδιαφέρουν οι συνήθειες του πατέρα μου και των λοιπών συγγενών, παρά μόνο στο ποσοστό που συντηρούνται μέσα μου και μ’ εξυπηρετούν στο σήμερα. Κι αν αυτό που περιέχω είναι μια ένδειξη ελληνικής παράδοσης, τότε καλώς να υπάρξει. Γιατί δεν μ’ αρέσει να παριστάνω τον πολύ Έλληνα. Θέλω να είμαι όσο είμαι. Καιρός είναι η έννοια Έλληνας να δώσει τη θέση της στην έννοια άνθρωπος. Και τότες πιστεύω πως θα συνδεθούμε με μια πιο βαθιά παράδοση που, κατά σύμπτωση, είναι κι αυτή γνησίως ελληνική.
Με δυο λόγια το θέμα μας είναι: Υπάρχει στον καιρό μας μια υπερβολική και αυθαίρετη χρήση της έννοιας παράδοση. Δημιουργούμε παραστάσεις και αποτυπώνουμε τις έγχρωμες φωτογραφίες στη μνήμη των προγόνων μας. Μπερδεύουμε τους Ήρωες και το περιεχόμενό τους και τους κάνουμε να ζουν δισδιάστατα όπως στον Καραγκιόζη ο Μέγας Αλέξανδρος με τον Βεζύρη. Και οι δυο μεγαλόπρεποι και συμπαθείς. Μας εκστασιάζει ο τσάμικος μέσα σε ντισκοτέκ. Είμαστε σε θέση λοιπόν να βρούμε την αληθινή ροή μαας μες στους καιρούς που έρχονται, για να δεχθούμε κάποτε μια οδυνηρή πραγματικότητα σαν την μόνη αλήθεια; Ποιά είναι τα ηθικά στοιχεία μέσα απ’ την παράδοση για να τα συλλέξουμε και πως θα επιτευχθεί η απόρριψη του γραφικού;
Σας τα παραδίδω και συγχωρέστε μου που δεν υπήρξα πιο μεθοδικός στην τοποθέτηση του θέματος. Διαθέτω βλέπετε ποιητική ιδιοσυγκρασία που μου απαγορεύει την ομαλή δομή.
Από το βιβλίο “Ο καθρέφτης και το μαχαίρι', Ίκαρος 1988

Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

Οπισθοφυλακής αγών άγονος... Ή περί εθνικών διαστρεβλώσεων στην ορθόδοξη κατήχηση

Το ξαναδιάβασα πριν λίγο τούτο το κείμενο, με αφορμή κουβέντες με φίλους. Το κοινοποιώ για δεύτερη φορά, θέλοντας να τονίσω όχι την κριτική διάθεση απέναντι στον δάσκαλο Χρήστο Γιανναρά (που όλοι εμείς οι μαθητές του, αγαπώντας τον πολύ τον κριτικάρουμε με διάθεση αναστοχαστική, πιστοί στο δρόμο που χάραξε ο ίδιος), αλλά την ανάγκη για αντίσταση στην διαρκή και υφέρπουσα εκκλησιαστική και κοινοτική μας οπισθοδρόμηση.
Η εκκλησιαστική μου συνείδηση σχεδόν με υποχρεώνει να παρίσταμαι και να υποστηρίζω με αίσθημα ευθύνης κάθε λειτουργική, κατηχητική και κάθε ομολογιακή προσπάθεια στον τομέα της αποστολικής και της ποιμαντικής πράξης. Χτες είχαμε μια πρώτη συνάντηση στον τόπο διαμονής μου, με τον τοπικό επίσκοπο Κω, π. Ναθαναήλ να προεξάρχει και να κατηχεί.
Η ευκολία με την οποία μερίδα των παρισταμένων παρέβλεψε την μαγευτική περικοπή της "Προς Ρωμαίους" για να καταλήξει στην αντιδιαβολική γκρίνια, την εθνοκεντρική υστερία και την φανατική αντιαθεϊστική επαναστατικότητα με πίκρανε πάρα πολύ... Κραυγές επιπέδου "ιησουΐτες και μασόνοι" έπαιρναν και έδιναν...
Ειλικρινά ήθελα να σηκωθώ να φύγω χωρίς να ανοίξω το στόμα μου... Το εκκλησιαστικό πλήρωμα έχει ανάγκη χριστοδουλικών- τι λέω;;; καντιωτικών διάβολε- λαοσυνάξεων και πορειών διαμαρτυρίας... Ενάντια στους ομοφυλόφιλους και σ' αυτούς που μας άλλαξαν τα "θρησκευτικά" του σχολείου... Δεν υπάρχει καν η υποψία αγάπης προς έναν άνθρωπο με διαφορετική σεξουαλικότητα, δεν υπάρχει υποψία αμφιβολίας, μήπως κάποιοι εκπαιδευτικοί με τα Νέα Προγράμματα Σπουδών, κάνουμε καλύτερα τη δουλειά μας.
Ήρθα στο σπίτι μου πικραμένος και προβληματισμένος. Ένας διαρκώς ανανεούμενος αυτοφυής νομικισμός, ένας ορθοδοξισμός συνεπικουρείται από τον απίθανο λαϊκισμό των πανάσχετων και αγραμμάτων πιστών. Κι αυτοί οι δυστυχείς μετέχουν αυτοδικαιωτικά και όχι με ταπεινοφροσύνη στο εκκλησιαστικό σώμα, αναζητώντας ευκαιρίες για λυσσαλέες αντιπαραθέσεις ενθέων και αθέων, ανατολικών και δυτικών, Ελλήνων και Ευρωπαίων, καλών και κακών...
Ο κριτικός λόγος του Χαράλαμπου Βέντη με ανέπαυσε... 

Οπισθοφυλακής Αγών Άγονος: Σκέψεις με αφορμή την έκδοση του βιβλίου Η Ευρώπη Γεννήθηκε από το Σχίσμα, του Χρήστου Γιανναρά. The Books' Journal, τεύχος 64, Μάρτιος 2016


Υ. Γ. Η γυναίκα μου, η Σταυρούλα μου άσκησε αγαπητέ Haralambos Ventis την πιο εναργή κριτική: Αν Γιάννη μου σε βάζανε ανάμεσα στην ΠΕΘ, και τους οπαδούς της που ξαναείδες σήμερα και στους ανθρώπους του "Καιρού" στους οποίους άσκησες οξεία κριτική εσχάτως, πες μου σε παρακαλώ, όχι με ποιους είσαι, αλλά με ποιους μπορείς να αισθανθείς ότι συνεννοείσαι;

Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

Ελληνορθοδοξία και μεταναστευτικό

Ιδιαίτερες στιγμές συγκίνησης εκτυλίχθηκαν το μεσημέρι της Τετάρτης στον προσφυγικό καταυλισμό του Κουτσόχερου Λάρισας, κατά την επίσκεψη του αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας κ. Αναστάσιου.
Ο Ιεράρχης της Εκκλησίας έτυχε θερμής υποδοχής, ενώ εντύπωση προκάλεσε και η «ζεστή» συμπεριφορά μικρών παιδιών που έσπευσαν να τον αγκαλιάσουν και να του φιλήσουν το χέρι.
Από την πλευρά του ο κ. Αναστάσιος στάθηκε στο δράμα αυτών των ανθρώπων ζητώντας τους να συνεχίσουν να πιστεύουν σε καλύτερες ημέρες.
«Δεν έχουμε την ίδια γλώσσα, αλλά είμαστε όλοι παιδιά του θεού» τόνισε χαρακτηριστικά ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας.


Υ. Γ.: Τρολάρισμα ελληνορθόδοξου φονταμεντάλα
Άσε μας ρε Αναστάσιε!!!
Υπερβολές... Παιδιά του Θεού είναι μόνο οι Έλληνες, αυτό είναι γνωστό άλλωστε ... 
Όποιοι θέλουν ας απαρνηθούν τα θέλω τους, τον πολιτισμό τους, την κουλτούρα τους, την πατρίδα τους και ας γίνουν ελληνορθόδοξοι, ώστε να καταδεχθεί ο Θεός να τους δει ως παιδιά του... Αλλιώς, λυπάμαι... Μόνο οι ελληνορθόδοξοι θα σωθούμε. Κανείς άλλος...
Το λένε οι γεροντάδες, το λένε οι Πατέρες, το λένε πολλοί μητροπολιτες, το λένε οι μοναχοί του Αθω... Μπορεί καλά καλά να μην ξέρουν ανάγνωση κάποιοι από τους ελληνορθοδόξους. Αλλά έχουν το πνεύμα. Όχι όποιο κι όποιο πνεύμα... Έχουν το Άγιο Πνεύμα.
Λοιπόν ας αφήσει αυτά τα οικουμενιστικά αγαπόλογα ο Αναστάσιος που είναι της Νέας Τάξης πραγμάτων, της πανθρησκείας, του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών και κάθε παναίρεσης και να μετανοήσει..

Κατά τα άλλα μόνον εμείς τους αγαπούμε όλους!!! 

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΑΝΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Πήγα στην Αφρική με ρώταγαν τι είναι τα υποστατικά ιδιώματα της Αγίας Τριάδος!
Πήγα στην Ασία με ρώταγαν αν μπορούμε όντως να μετέχουμε εμείς οι κοινοί θνητοί στις Άκτιστες ενέργειες του Αγίου Πνεύματος!
Επέστρεψα και στην Ελλάδα και με ρώταγαν αν η γυναίκα στην Εκκλησία κάνει να φορά παντελόνι...!

Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος

TA NEA ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Το μέγεθος που λαμβάνει το θέμα των θρησκευτικών σε τακτά χρονικά διαστήματα από κύκλους αρχιερέων και εν γένει θρησκευόμενους ανθρώπους καθώς και η ρητή ή άρρητη απαίτηση των θεσμικών εκκλησιαστικών να παρεμβαίνουν στο υπουργείο παιδείας επί του προκειμένου φανερώνει κάτι πολύ σημαντικό που το παραβλέπουμε ή δεν το συνειδητοποιούμε:
Η εκκλησιαστική κατήχηση, ως πνεύμονας ζωής της ζώσας εκκλησίας, στις περισσότερες μητροπόλεις, απλά δεν υπάρχει. Οι πλέον άσχετοι με την κατήχηση είναι οι αρχιερείς και κατόπιν η πλειοψηφία των ιερέων... Τα ενδύματα που καλύπτουν τούτη τη γύμνια, συνεχίζουν να είναι
α) ζωικά και σωτηρικά υπολείμματα, σε όλη την επικράτεια, όπου με φιλοτιμία μεν, αλλά με λογικές τραγικού θεολογικού παρελθόντος ασκείται υποτυπωδώς η κατήχηση.
β) αγιορείτικα καλογερικά πρότυπα, συχνά φονταμενταλιστών μοναχών, ενίοτε και αξιοπρεπών, πλην απόκοσμων ανθρώπων.
γ) ελάχιστοι φιλότιμοι ιερείς (τους υπολογίζω σε λιγότερους από 100 ανθρώπους σε όλη την επικράτεια) που γνωρίζουν καλά από ποιμαντική και τολμούν να διακινδυνεύσουν τα πάντα για το Χριστό- εραστή!
Η απουσία θεολόγων από την ορθόδοξη ελλαδική εκκλησιαστική πραγματικότητα, είναι... θεσμός.
Κατά τα λοιπά; Θρησκευτικά, θρησκευτικά, θρησκευτικά... Ρε παιδιά, μήπως ασχολούμαστε μόνο με την επαγγελματική μας επιβίωση τελικά.


http://www.tovima.gr/society/article/?aid=889310#.WVo3BM6JdwY.facebook